espa

Σπαστική Εγκεφαλική Παράλυση

Από orthomedicare 22/09/2022 0 Σχόλια

Η σπαστική εγκεφαλική παράλυση αποτελεί τον πιο συχνό τύπο εγκεφαλικής παράλυσης με ποσοστό εμφάνισης έως και 89%. Προκαλείται από βλάβη του πυραμιδικού συστήματος (φλοιονωτιαία οδός), η οποία περιγράφεται και ως σύνδρομο του ανώτερου κινητικού νευρώνα.

 

Η σπαστική εγκεφαλική παράλυση κλινικά χαρακτηρίζεται από ‘θετικά’ συμπτώματα, όπως σπαστικότητα, αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά, κλόνο και θετικό σημείο Babinski, και ‘αρνητικά’ συμπτώματα, όπως μυϊκή αδυναμία, απώλεια κινητικού ελέγχου-επιδεξιότητας και ευκολότερη κόπωση.

 

Η σπαστικότητα είναι ένα μη ανεσταλμένο-υπερδραστήριο μυοτατικό (διατατικό) αντανακλαστικό, ανάλογο της ταχύτητας της κίνησης (ταχο-εξαρτώμενο), και εμφανίζεται ως αντίσταση στη γρήγορη διάταση του μυός (υπερτονία), με αποτέλεσμα το κλινικό φαινόμενο ‘δίκην σουγιά’ (απότομη εξαφάνιση της αντίστασης).

 

Αν και η σπαστικότητα αποτελεί ένα σημαντικό διαγνωστικό σημείο για τον κλινικό ιατρό και φυσικοθεραπευτή, έχει μικρή σημασία όσον αφορά την έκτπωση της λειτουργικότητας. Στην πραγματικότητα η μυϊκή αδυναμία με τα υπόλοιπα αρνητικά συμπτώματα είναι αυτά που σχετίζονται με τον βαθμό της κινητικής αναπηρίας του ατόμου.

 

Η σπαστική εγκεφαλική παράλυση συνήθως περιγράφεται από τα μέλη του σώματος που προσεβλήθησαν, και συγκεκριμένα:

• Σπαστική τετραπληγία όταν επηρεάζονται και τα τέσσερα άκρα, με ισοδύναμη ή εντονότερη σπαστικότητα στα άνω άκρα,

• Σπαστική διπληγία όταν επηρεάζονται και τα τέσσερα άκρα, αλλά περισσότερο τα κάτω άκρα,

• Σπαστική ημιπληγία όταν επηρεάζεται η μία πλευρά του σώματος, με σχετικά ποικίλη προσβολή του άνω και κάτω άκρου

 

Ο όρος ‘πληγία’, ο οποίος σημαίνει πλήρης απώλεια της μυϊκής δύναμης για κίνηση (σοβαρή παράλυση), μπορεί να αντικατασταθεί από τον όρο ‘πάρεση’ (π.χ. τετραπάρεση), που αναφέρεται σε μερική μυϊκή αδυναμία και κατά συνέπεια σε μικρότερο βαθμό σπαστικότητας. Παρόλα αυτά, στη βιβλιογραφία και στην κλινική πρακτική, οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται κατ’εναλλαγή χωρίς καμία εννοιολογική διαφορά.

 

Από τα άτομα με σπαστική εγκεφαλική παράλυση, το 39% εμφανίζει ημιπληγία, το 38% παρουσιάζει διπληγία, ενώ το 23% έχει τετραπληγία. Από τα παιδιά με σπαστική τετραπληγία μόνο το 24% περπατάει (με ή χωρίς βοήθημα), ενώ το υπόλοιπο 76% χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο. Αντίθετα, το 98% των παιδιών με σπαστική διπληγία βαδίζει (με ή χωρίς βοήθημα) και μόνο το 2% καταλήγει σε αναπηρικό αμαξίδιο.

 

Υπάρχει μία διαφωνία μεταξύ των κλινικών σχετικά με τον ορισμό της διπληγίας και σε ορισμένες περιπτώσεις, μία εμφανής αδυναμία διάκρισης μεταξύ διπληγίας και τετραπληγίας και γενικότερα ύπαρξης σαφή και αξιόπιστου καθορισμού της τετραπληγίας, όταν παρουσιάζει μεγαλύτερη επιβάρυνση του ενός ή των δύο άκρων ή της μίας πλευράς του σώματος. Για το λόγο αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτήρηση της Εγκεφαλικής Παράλυσης (Surveillance of Cerebral Palsy in Europe) υιοθέτησε τους πιο απλούς και πρακτικούς όρους αμφίπλευρη σπαστική εγκεφαλική παράλυση (προσβολή και των δύο πλευρών του σώματος) και μονόπλευρη σπαστική εγκεφαλική παράλυση (ημιπληγία-προσβολή της μίας πλευράς του σώματος).

 

Η σπαστικότητα δημιουργεί μύες άκαμπτους και σφικτούς, που αντιστέκονται στη διάταση και επιμήκυνση, ενώ τείνουν να παραμένουν σε θέσεις βράχυνσης και να επιφέρουν μικρές σε εύρος στερεοτυπικές κινήσεις, οδηγώντας σε χαρακτηριστικά πρότυπα στάσης και κίνησης. Στην αμφίπλευρη σπαστική εγκεφαλική παράλυση τα πιο κοινά πρότυπα που συναντώνται είναι η πραγματική ιπποποδία (στάση και βάδιση στις μύτες με εκτεταμένα γόνατα και ισχία), το αναπηδούν βάδισμα (ιπποποδία με κάμψη γονάτων και ισχίων), η φαινομενική ιπποποδία (φυσιολογικός εύρος ραχιαίας κάμψης με υπέρμετρη κάμψη ισχίων και γονάτων) και το έρπον ή καταρρέον (crouch) βάδισμα (υπέρμετρη ραχαία κάμψη με υπέρμετρη κάμψη ισχίων και γονάτων). Αντίστοιχα, η σπαστική ημιπληγία μπορεί να εμφανίζει: τύπου 1 (πτώση άκρου ποδός μόνο στη φάση αιώρησης), τύπου 2 (πραγματική ιπποποδία με εκτεταμένο ισχίο και το γόνατο σε ουδέτερη θέση (2α) ή ανάκυρτο (2β)), τύπου 3 (αναπηδούν βάδισμα, δηλαδή ιπποποδία με κάμψη γόνατος και ισχίου), και τύπου 4 (αναπηδούν βάδισμα με επιπλέον προσαγωγή και έσω στροφή ισχίου).

Ο περιορισμός του εύρους κίνησης των αρθρώσεων και η παραμονή των μυών σε θέση βράχυνσης για παρατεταμένες χρονικές περιόδους, εξαιτίας της σπαστικότητας και της μυϊκής αδυναμίας, προξενούν δευτερογενείς δομικές και μηχανικές μεταβολές στους σπαστικούς μύες (ακόμα και στα θυλακοσυνδεσμικά στοιχεία) που προοδευτικά αναπτύσσουν πραγματικές μυϊκές βραχύνσεις και περιγράφονται ως (μυο)στατικές συγκάμψεις. Οι δευτεροπαθείς αυτές μυοσκελετικές αλλαγές στο αναπτυσσόμενο σώμα του παιδιού επιδρούν αρνητικά στην κινητική του εξέλιξη και λειτουργία.

 

Πηγή : mediphysio.gr Σκουτέλης Χ. Βασίλειος

Αφήστε Σχόλιο